ΔΗΜΟΣΙΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΣ
ΔΗΜΟΣΙΟΣ ΚΙΝΔΥΝΟΣ
PUBLIC ENEMIES-ΗΠΑ-2009-143′
Σκηνοθεσία: Michael Mann
Πρωταγωνιστούν: Johnny Depp, Christian Bale, Billy Crudup, Marion Cotillard
Την περίοδο της Ύφεσης στην Αμερική, ο Τζον Ντίλιντζερ ήταν ο πλέον καταζητούμενος γκάνγκστερ της χώρας, με «ειδικότητα» στις ληστείες τραπεζών… Μάλιστα, είχε καταφέρει να δημιουργήσει γύρω από το όνομά του έναν τέτοιο αστικό μύθο, που τον παρουσίαζε ως σύγχρονο Ρομπέν των Δασών και υπερασπιστή των αδυνάτων, καθώς ήταν αφενός τόσο ικανός και χαρισματικά επιτήδειος που καμία φυλακή δεν μπορούσε να τον περιορίσει και αφετέρου τόσο λαοφιλής που όποιος τον καταδίωκε προκαλούσε τη λαϊκή μήνη. Ο Μέλβιν Χόρας Πέρβις Τζούνιορ ήταν ο Κλαρκ Γκεϊμπελικός «ήρωας» του μετέπειτα FBI, ο εντεταλμένος από τις Αρχές τιμωρός που ανέλαβε να συλλάβει όλα τα μεγάλα ονόματα της Μαφίας, τους επονομαζόμενους εν δυνάμει «Δημόσιους Κινδύνους», ώστε να αποκατασταθεί η Αστυνομία στις συνειδήσεις των πολιτών. Ο Ντίλιντζερ όμως αποδείχτηκε πολύ δύσκολος αντίπαλος ακόμα και γι’ αυτό το λαγωνικό αλλά και ολόκληρο το Σώμα…
SITE: http://www.publicenemies.net
ΜΕ ΑΡΙΣΤΑ ΤΟ 5
ΤΑΣΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ (ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ)-3
ΡΟΜΠΙ ΕΚΣΙΕΛ(ΕΘΝΟΣ)-4
ΓΙΑΝΝΗΣ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ (ΤΟ ΒΗΜΑ)-3
ΘΟΔΩΡΗΣ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ (ALPHA)-3
ΝΙΝΟΣ ΦΕΝΕΚ ΜΙΚΕΛΙΔΗΣ (ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ)-4
ΗΛΙΑΣ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗΣ (MAD)-1
ΧΑΡΗΣ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ (exodos)-2
ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
• Πολλά βιβλία, εργασίες και τραγούδια έχουν γραφτεί και άλλες τόσες ταινίες έχουν γυριστεί για την Παγκόσμια Οικονομική Ύφεση του ‘30, αλλά ο Μάικλ Μαν ήθελε να προσεγγίσει την εποχή μέσα από τα μάτια ενός εγκληματία που ήταν θρύλος για μια ολόκληρη γενιά ταλαιπωρημένων ανθρώπων που έχαναν τις οικονομίες και τις δουλειές τους, καθώς λήστευε τις τράπεζες που προκαλούσαν την κατάρρευση που ούτε η κυβέρνηση δεν μπορούσε να διορθώσει: του Τζον Χέρμπερτ Ντίλιντζερ.
• Ο Ντίλιντζερ έδρασε ουσιαστικά μονάχα 13 μήνες (Μάιος 1933-Ιούλιος 1934), παρ’ όλα αυτά η φήμη του ήταν τέτοια που κατέστη θρύλος.
• Στον αντίποδα του Τζον Ντίλιντζερ, ο εκπρόσωπος του νόμου, Μέλβιν Πέρβις (γνωστός ως «Ο Άνθρωπος που Σκότωσε τον Τζον Ντίλιντζερ» μολονότι δεν ήταν εκείνος που τράβηξε τη σκανδάλη), ο εντεταλμένος από το μετέπειτα FBI πράκτορας που έχει ως στόχο του να συλλάβει νεκρούς ή ζωντανούς όλους τους Δημόσιους Κινδύνους, με προεξάρχοντα τον Ντίλιντζερ που με τη δεξιοτεχνία του, διέφευγε συνέχεια κι έτσι ρεζίλευε την αστυνομία.
• Η πρώτη και μόνη επιλογή του Μάικλ Μαν για το ρόλο του Τζον Ντίλιντζερ ήταν ο Τζόνι Ντεπ, ο οποίος, κατά σύμπτωση, έχει γεννηθεί κοντά στο Μούρσβιλ, γενέτειρα του Ντίλιντζερ. Σχολιάζει ο σκηνοθέτης «Ο Τζόνι είναι στο βάθος σκληρός. Όταν ξεκινήσαμε τις συζητήσεις, μου είπε πως είχε ενδιαφερθεί για τον Ντίλντζερ πολύ πιο πριν, καθώς του θύμιζε κάποια άτομα από το παρελθόν του. Είχε τον Ντίλιντζερ μέσα του. Όλοι έχουμε κάποια σκοτεινά στοιχεία μέσα μας, αλλά να τα προσεγγίζεις τόσο άνετα απαιτεί μεγάλο θάρρος». Ο Τζόνι Ντεπ επισημαίνει πως αυτό που τον έλκυε στον Ντίλντζερ ήταν πως ήταν ασυμβίβαστος, ακέραιος, ένας πραγματικός άντρας.
• Για να προσεγγίσει τον ήρωά του, Μέλβιν Πέρβις (η φιγούρα του οποίου ενέπνευσε τον ήρωα των καρτούν Ντικ Τρέισι) ο Κρίστιαν Μπέιλ και ο Μάικλ Μαν συναντήθηκαν με το γιο του Μέλβιν Πέρβις, τον Άλστον και καθώς, δεν υπήρχε ηχητικό ντοκουμέντο της φωνής του Πέρβις, ο Μπέιλ υιοθέτησε την προφορά του Νότου.
• O Μπέιλ ήθελε εξαρχής το ρόλο του Πέρβις καθώς τον ενδιέφερε η εσωτερική πάλη του ήρωα ανάμεσα στα δικά του πιστεύω και στην κατεύθυνση που ακολουθούσε το Γραφείο, σε βαθμό τέτοιο που να μην ξέρει τελικά ποιος είναι ο χαμένος: Ο Ντίλιτζερ που πιάνεται μετά την προδοσία της ιστορικής Γυναίκας με τα Κόκκινα (Άννα Σέιζτ) ή εκείνος που συμβιβάζεται με τις νέες μεθόδους.
• Η ταινία επικεντρώνεται στην ιδιότυπη «σχέση» που αναπτύσσεται μεταξύ των Τζον Ντίλιντζερ, Μέλβιν Πέρβις και του διοικητή Τζ. Έντγκαρ Χούβερ, ενός τιτάνα της Αμερικανικής ιστορίας. Πρόκειται για ένα χορό ισχύος και θανάτου για τρεις.
• Για να προσεγγίσει το ρόλο της Μπίλι Φρεσέτ, η βραβευμένη με Όσκαρ Μαριόν Κοτιγιάρ συναντήθηκε με συζύγους πρώην κατάδικων ώστε να κατανοήσει τον τρόπο που αισθάνονταν, μη ξέροντας τι τους ξημερώνει για τους άντρες τους, αλλά και με απογόνους της Φρεσέτ. Παράλληλα έκανε εντατικά μαθήματα για να υιοθετήσει την αρμόζουσα προφορά.
• Η μεγαλύτερη πρόκληση για τον Μάικλ Μαν ήταν η αναβίωση της εποχής του ’30 γι’αυτό και επέλεξε να κάνει γυρίσματα σε όσες περισσότερες από τις τοποθεσίες όπου έλαβαν χώρα τα πραγματικά γεγονότα (τις Φυλακές Crown Point, τον κινηματογράφο Biograph, την περιοχή Λιτλ Μποχίμια). Αντίστοιχη ήταν η μέριμνά του για τις κομμώσεις, το μακιγιάζ και τα κοστούμια, ώστε η εποχή να αναβιώσει όσο το δυνατόν στο ακέραιο. Ακόμα επεκτάθηκε στη σωστή απεικόνιση του τρόπου που σκέφτονταν τότε οι άνθρωποι, στον τρόπο που φλέρταραν και στον τρόπο που αντιλαμβάνονται οι πρώην κατάδικοι τη ζωή και τη μοίρα.
• Το FBI βοήθησε πολύ στην παραγωγή της ταινίας για να υπάρχει ακρίβεια στην απεικόνιση των γεγονότων, ενώ οι ηθοποιοί εκπαιδεύτηκαν στα βαριά όπλα της εποχής και στον τρόπο χειρισμού τους.
• Για την ταινία χρησιμοποιήθηκαν 20 αυτοκίνητα για τις βασικές σκηνές και περίπου 1000-1500 άλλα οχήματα για τον εμπλουτισμό των σκηνών.
• Το πρωταγωνιστικό τρίο συμπληρώνουν οι Στίβεν Γκράχαμ, Τζιοβάνι Ριμπίζι, Τζέισον Κλαρκ, Στίβεν Ντορφ, Στίβεν Λανγκ, Μπράνκα Κατίκ, Μπίλι Καμπ, Τζον Ορτίζ, Ρόρι Κοκρέιν.
Ο ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ
ΜΑΪΚΛ MAN
• Γεννήθηκε στο Σικάγο το 1943 και σπούδασε στο Ουισκόνσιν. Από εκεί πήγε στην Αγγλία, αποφοιτώντας από το περίφημο London Film School. Παρέμεινε κάποια χρόνια στην Ευρώπη, γυρίζοντας διαφημιστικά, ντοκιμαντέρ και ταινίες μικρού μήκους.
• Το σκηνοθετικό του ντεμπούτο έγινε με την ταινία Thief.
• Έχει κερδίσει δεκάδες διακρίσεις για το έργο του ως σκηνοθέτης, σεναριογράφος και παραγωγός, αλλά ακόμα περιμένει τη βράβευσή του από την Ακαδημία Κινηματογράφου.
• Η πόλη του Σικάγο συνιστά αγαπημένη του επιλογή για γυρίσματα.
Παλαιότερες ταινίες (σκηνοθεσία): Thief, The Keep, Manhunter, The Last Of The Mohicans, Heat, The Insider, Ali, Collateral, Miami Vice.
TO KAΣΤ
ΤΖΟΝΙ ΝΤΕΠ
• Γεννήθηκε το 1963 στο Κεντάκι και είναι ιρλανδικής, γερμανικής και ινδιάνικης καταγωγής.
• Έκανε το κινηματογραφικό του ντεμπούτο στην ταινία A Nightmare on Elm Street.
• Η καριέρα του εκτοξεύτηκε με τη συμμετοχή του στην τηλεοπτική σειρά 21 Jump Street και με την έναρξη της συνεργασίας του με τον Τιμ Μπάρτον (Edward Scissorhands)
• Έχει 3 υποψηφιότητες για Όσκαρ (Pirates of the Caribbean: The Curse of the Black Pearl, Finding Neverland, Sweeney Todd: The Demon Barber of Fleet Street) & 8 για Χρυσή Σφαίρα (Edward Scissorhands, Benny & Joon, Ed Wood, Pirates of the Caribbean: The Curse of the Black Pearl, Finding Neverland, Charlie and the Chocolate Factory, Pirates of the Caribbean: Dead Man’s Chest, Sweeney Todd: The Demon Barber of Fleet Street), κερδίζοντάς την για την ταινία Sweeney Todd: The Demon Barber of Fleet Street.
• Έκανε το σκηνοθετικό του ντεμπούτο με την ταινία The Brave.
Παλαιότερες ταινίες: A Nightmare on Elm Street, Private Resort, Platoon, Cry-Baby, Edward Scissorhands, Arizona Dream, Benny & Joon, Ed Wood, Don Juan DeMarco, Dead Man, Nick of Time, Donnie Brasco, The Brave, The Ninth Gate, The Astronaut’s Wife, Sleepy Hollow, The Man Who Cried, Before Night Falls, Chocolat, Blow, From Hell, Pirates of the Caribbean: The Curse of the Black Pearl, Secret Window, Finding Neverland, The Libertine, Charlie and the Chocolate Factory, Pirates of the Caribbean: Dead Man’s Chest, Pirates of the Caribbean: At World’s End, Sweeney Todd: The Demon Barber of Fleet Street.
ΚΡΙΣΤΙΑΝ ΜΠΕΪΛ
• Γεννήθηκε το 1974 στην Ουαλία.
• Ξεκίνησε την καριέρα του από 8 χρονών, με διαφημιστικά.
• Έκανε το ντεμπούτο του στην ταινία Empire of the Sun.
Παλαιότερες ταινίες: Mio Min Mio, Empire of the Sun, Henry V, Newsies, Swing Kids, Prince of Jutland, Little Women, Pocahontas, The Portrait of a Lady, The Secret Agent, Metroland, Velvet Goldmine, All the Little Animals, American Psycho, Shaft, Captain Corelli’s Mandolin, Reign of Fire, Batman Begins, Harsh Times, The New World, The Prestige, 3:10 to Yuma, I’m Not There, The Dark Knight, Terminator Salvation.
ΜΑΡΙΟΝ ΚΟΤΙΓΙΑΡ
• Γεννήθηκε το 1975 στο Παρίσι.
• Έκανε το κινηματογραφικό της ντεμπούτο, έφηβη ακόμα, στην ταινία L’ Histoire du garcon qui voulait qu’on l’embrasse.
• Απέκτησε φήμη με το ρόλο της στην ταινία του Λυκ Μπεσόν Taxi, που τον επανέλαβε στις δύο επόμενες.
• Η πρώτη αγγλόφωνη ταινία της ήταν το Big Fish του Τιμ Μπάρτον.
• Κέρδισε Όσκαρ & Χρυσή Σφαίρα για την ταινία La vie en Rose.
Παλαιότερες ταινίες: L’ Histoire du garcon qui voulait qu’on l’embrasse, Snuff Movie, La Belle Verte, Taxi, La guerre dans le Haut Pays, Furia, Quelques jours de trop, Le marquis, Taxi 2, Heureuse, Boomer, Lisa, Taxi 3, Jeux d’enfants, Big Fish, Fair Play, A Good Year, La vie en rose.
ΜΠΙΛΙ ΚΡΑΝΤΑΠ
• Γεννήθηκε το 1968.
• Σπούδασε υποκριτική στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης.
• Έκανε το ντεμπούτο του στην ταινία Sleepers.
Παλαιότερες ταινίες: Sleepers, Everyone Says I Love You, Inventing the Abbotts, Grind, Snitch, Without Limits, Waking the Dead, Almost Famous, Charlotte Gray, Big Fish, Stage Beauty, Trust the Man, Mission Impossible III, The Good Shepherd, Dedication, Pretty Bird, Watchmen.
ΚΡΙΤΙΚΕΣ
Ν.Φ.ΜΙΚΕΛΙΔΗΣ-ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
Συναρπαστικό γκανγκστερικό θρίλερ γύρω από τη δράση του Τζον Ντίλιντζερ, με φόντο την Αμερική στην περίοδο του οικονομικού «κραχ». Δυνατές ερμηνείες από τον Τζόνι Ντεπ (Ντίλιντζερ) και Κρίστιαν Μπέιλ (πράκτορας Πέρβις).
Στην εποχή της μεγάλης οικονομικής κρίσης, της ποτοαπαγόρευσης και του γκανγκστερισμού στρέφεται ο Μάικλ Μαν, ένας από τους πιο ταλαντούχους σκηνοθέτες του σύγχρονου Χόλιγουντ, με την ταινία του «Δημόσιος κίνδυνος». Βασισμένη σε αληθινά πρόσωπα και γεγονότα, η ταινία εστιάζεται σε δυο βασικά πρόσωπα, τον περιβόητο γκάνγκστερ, τον υπ’ αρ. 1 «δημόσιο κίνδυνο», Τζον Ντίλιντζερ (Τζόνι Ντεπ) και τον Μέλβιν Πέρβις (Κρίστιαν Μπέιλ), τον κυβερνητικό πράκτορα που τον κυνηγούσε.
Ειδικευμένος στο αστυνομικό θρίλερ («Ο ανθρωποκυνηγός», «Ενταση», «The Insider»), ο Μάικλ Μαν έφτιαξε μιαν από τις πιο ώριμες, επικεντρωμένες στο βασικό θέμα τους, ταινίες. Η ιστορία εκτυλίσσεται σε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα περίοδο, συναρπαστική για το Χόλιγουντ, το οποίο συχνά, από τη δεκαετία του ‘20 μέχρι σήμερα, δεν σταμάτησε να στρέφεται σ’ αυτήν για μερικές από τις πιο πετυχημένες ταινίες του («Σκάρφεϊς», «Ο υπ’ αρ. 1 δημόσιος κίνδυνος», «Ο αυτοκράτορας του εγκλήματος», «Η σφαγή του Σικάγο», «Μπόνι και Κλάιντ», «Οι αδιάφθοροι»). Ο Ντίλιντζερ, είδος «Ρομπέν των Δασών», που δρούσε βασικά στην αγροτική Αμερική, είχε μετατραπεί σε λαϊκό ήρωα, ληστεύοντας τις τράπεζες, οι οποίες λήστευαν τον απλό, φτωχό κοσμάκη (στην περίοδο του «κραχ» τούς άρπαζαν τα σπίτια και τις φάρμες τους). Λέγεται μάλιστα πως στη διάρκεια των ληστειών του κατέστρεφε τα αρχεία των τραπεζών, απαλείφοντας έτσι τα οποιαδήποτε χρέη των πελατών τους.
Παράλληλα με την εξιστόρηση της ζωής και της δράσης του Ντίλιντζερ, ο Μαν αφηγείται και τις προσπάθειες του Πέρβις να ανακαλύψει και συλλάβει τόσο τον «υπ’ αρ. 1 δημόσιο κίνδυνο», σύμφωνα με το υπό ανασύνθεση από τον Τζ. Εντγκαρ Χούβερ FBI, όσο και τα άλλα μέλη της συμμορίας του, «Πριτ Μπόι» Φλόιντ και «Μπέιμπι Φέις» Νέλσον. Το κυνηγητό αυτό καταγράφει μέσα από συναρπαστικές σκηνές δράσης, που ορισμένες στιγμές σου δίνουν την εντύπωση πως «δημόσιοι κίνδυνοι», όπως είναι ο πρωτότυπος τίτλος της ταινίας, δεν είναι μόνο οι γκάνγκστερ αλλά και το FBI – παράδειγμα η σκηνή έξω από το ρεστοράν όπου οι πράκτορες του Εφ-Μπι-Αϊ σκοτώνουν τρεις αθώους πιστεύοντας πως είναι μέλη της συμμορίας, ενώ ο Ντίλιντζερ καταφέρνει να τους ξεφύγει. Σκηνές όλες βασισμένες στα αληθινά γεγονότα, με πολλές γυρισμένες σε πραγματικούς χώρους, στημένες με ξεχωριστή φροντίδα, σασπένς και σωστό κινηματογραφικό μάτι: παράδειγμα η σκηνή του φινάλε με τον Ντίλιντζερ να σκοτώνεται από τους πράκτορες του Πέρβις βγαίνοντας από σινεμά στο Σικάγο, όπου είδε την γκανγκστερική ταινία «Manhattan Melodrama», με πρωταγωνιστή τον Κλαρκ Γκέιμπλ. Σκηνές που δίνουν την αίσθηση της αυθεντικότητας, μιας αυθεντικότητας που συμπληρώνεται και με την όλη ανάπλαση της εποχής, μέσα από τα κοστούμια, τα ντεκόρ και τα διάφορα αξεσουάρ.
Ακόμη, ο Μαν δεν περιορίζεται στη δράση αλλά επιμένει και στην ανάπτυξη των χαρακτήρων, τόσο του Ντίλιντζερ όσο και του Πέρβις, με τους Τζόνι Ντεπ και Κρίστιαν Μπέιλ, αντίστοιχα, να φτιάχνουν με δύναμη και σιγουριά τα πορτρέτα τους. Χωρίς να παραγνωρίζει και τα άλλα δευτερεύοντα πρόσωπα, ιδιαίτερα τη φιλενάδα του γκάνγκστερ, Μπίλι (μια εξαιρετική Μαριόν Κοτιγιάρ), καθώς και τους Μπέιμπι Φέις Νέλσον (Μπίλι Γκράαμ) και Εντγκαρ Χούβερ (Μπίλι Κρούνταπ).
Θ.ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ-LIFO
Την περίοδο της Οικονομικής Ύφεσης στην Αμερική, ο Τζον Ντίλιντζερ ήταν ο πλέον καταζητούμενος γκάνγκστερ της χώρας, με «ειδικότητα» στις αστραπιαίες ληστείες τραπεζών. Μάλιστα, είχε καταφέρει να δημιουργήσει γύρω από το όνομά του έναν τέτοιο αστικό μύθο, που τον παρουσίαζε ως σύγχρονο Ρομπέν των Δασών κι υπερασπιστή των αδυνάτων, καθώς ήταν αφενός τόσο ικανός και χαρισματικά επιδέξιος που καμία φυλακή δεν μπορούσε να τον περιορίσει και αφετέρου τόσο λαοφιλής που όποιος τον καταδίωκε προκαλούσε τη λαϊκή μήνη. Ο Μέλβιν Πέρβις ήταν ο «ήρωας» του μετέπειτα FBI, ο εντεταλμένος από τις Αρχές και τον πανίσχυρο Χούβερ, τιμωρός που ανέλαβε να συλλάβει όλα τα μεγάλα ονόματα της Μαφίας, τους επονομαζόμενους «Δημόσιους Κινδύνους», ώστε να αποκατασταθεί η Αστυνομία στις συνειδήσεις των πολιτών.
Ο Μάικλ Μαν δεν μένει ασυγκίνητος από τη μετάβαση σε μια προχωρημένη τεχνολογία καταδίωξης. Είναι ένα από τα ενδιαφέροντά του σε μια ταινία που ξεκινάει με κέντρο βάρους τον Ντίλιντζερ και προσπαθεί να περιγράψει τον περίγυρο και τις συνθήκες. Με την αποκλειστική χρήση ψηφιακού βίντεο, αρνείται να γυρίσει μια ταινία εποχής για την εποχή εκείνη, σωστά σκεπτόμενος πως κάτι τέτοιο έχει γίνει (καλά) στο παρελθόν, από τον Κόπολα, τον Ντε Πάλμα και πολλούς άλλους σκηνοθέτες. Με την τεχνική που έχει ήδη δοκιμάσει στο Collateral και το Miami Vice, προσφέρει κίνηση με μια ευέλικτη κάμερα στο χέρι και μια διαφορετική παλέτα χρωμάτων, πάνω σε μια θεματιή που παραπέμπει σε μια σύγκρουση γιγάντων από τους αντίθετους πόλους του νόμου, όπως στην Ένταση, εκεί όπου ο εκπρόσωπος της τάξης κατανοεί τους λόγους για τους οποίους ο περιθωριακός εμμένει στις αρχές του. Αποφεύγοντας εντελώς το φιλμ, ή το συνδυασμό βίντεο και σελιλόιντ, κάνει θαύματα με τις βραδινές λήψεις, και δίνει ζεστασιά σε κοντινά, βάθος στα χρώματα της μέρας και γενικότερα έναν αμεσότερο τόνο σε μια ταινία που διαθέτει φούρια, κίνηση, και πλαστικότητα δυσπρόσιτη στην πλειοψηφία των σύγχρονων δημιουργών, που είτε στήνουν υπερβολικά τα πλάνα τους είτε καταφεύγουν στην αντίθετη λύση της βρόμικης, «ανεξάρτητης» κινηματογράφησης. Η σκηνοθεσία είναι πανέξυπνη – μάλιστα, μια ξένη συνάδελφος πολύ σωστά παρατήρησε πως η ταινία μοιάζει με το electronic press kit του Δημόσιου Κινδύνου, δηλαδή το υψηλής ευκρίνειας γύρισμα για την ταινία που καλούμασταν να δούμε. Ο Μαν μπορεί να ξαφνιάσει με τη δεξιοτεχνία του: για παράδειγμα, η ανταλλαγή πυρών στο δάσος, μια καταπληκτική, παρατεταμένη σεκάνς, είναι παρένθετη σε ντοκιμαντερίστικα πλάνα που δεν προετοιμάζουν για κάτι «σπουδαίο». Εκείνη που λείπει είναι η αυθεντική ραχοκοκαλιά. Ο Ντίλιντζερ είναι ένας αμφιλεγόμενος κακοποιός, αντίστοιχος ροκ σταρ της εποχής του και καταζητούμενος από τις Αρχές που επιθυμούν να ισορροπήσει το σύστημα στην καπιταλιστική ανάπτυξή του, μετά το κραχ. Ανήκει στους αγαπημένους άνδρες του Μαν, στους χαρακτήρες που δεν οπισθοχωρούν και που ο σκηνοθέτης δεν κρίνει ποτέ. Όμως ούτε ο ρόλος του Ντεπ ούτε και η νέμεσή του, ο Πέρβις του Μπέιλ, μπορούν να σταθούν με δραματικές αξιώσεις. Ο Μαν στήνει μια δίωρη καταδίωξη, πλαισιώνει τον ήρωα με τους κακούς, τους φίλους και την ταπεινή, γλυκιά αγαπημένη, αλλά δεν προχωράει. Ακόμη και το Miami Vice, που από πολλούς (κακώς) θεωρήθηκε η χειρότερη ταινία του, έχει μια ελλειπτική αφήγηση πιο πειστική από το σεναριακό κενό του Δημόσιου Κινδύνου.
Π.ΚΑΓΙΟΣ-ΤΑ ΝΕΑ
Ασυμβίβαστος, ακέραιος και ληστής τραπεζών. Ένας σύγχρονος Ρομπέν των Δασών. Ένας… πραγματικός άντρας! Ό,τι πρέπει, δηλαδή, για να γίνει κάποιος ήρωας αμερικανικής ταινίας ήταν ο Τζον Ντίλινγκερ, ο πλέον καταζητούμενος γκάνγκστερ της αμερικανικής κοινωνίας τα χρόνια του Μεσοπολέμου και του μεγάλου κραχ. Και, φυσικά, δεν είναι τυχαίο πως το Χόλιγουντ τον θυμήθηκε τώρα, την εποχή του νέου κραχ μέσω της ταινίας «Δημόσιος κίνδυνος» (Ρublic enemies)… Από τη μεριά του, ο 65χρονος βετεράνος Μάικλ Μαν ήθελε να προσεγγίσει την εποχή μέσα από τα μάτια ενός εγκληματία, ο οποίος ήταν θρύλος για μια ολόκληρη γενιά ταλαιπωρημένων ανθρώπων που έχαναν τις οικονομίες και τις δουλειές τους, καθώς λήστευε τις τράπεζες που προκαλούσαν την κατάρρευση την οποία ούτε η κυβέρνηση δεν μπορούσε να διορθώσει… Ουσιαστικά ο Ντίλινγκερ έδρασε μόνο 13 μήνες (Μάιος 1933- Ιούλιος 1934), παρ΄ όλα αυτά η φήμη του ήταν τέτοια που έγινε θρύλος.
Στον αντίποδα του Τζον Ντίλινγκερ ο εκπρόσωπος του νόμου, ο εντεταλμένος από το μετέπειτα FΒΙ πράκτορας Μέλβιν Πέρβις (γνωστός ως «Ο άνθρωπος που σκότωσε τον Τζον Ντίλινγκερ») που έχει στόχο να συλλάβει, νεκρούς ή ζωντανούς, όλους τους δημόσιους κινδύνους, με προεξάρχοντα τον Ντίλινγκερ, ο οποίος με τη δεξιοτεχνία του διέφευγε συνέχεια κι έτσι ρεζίλευε την αστυνομία. Η ταινία επικεντρώνεται στην ιδιότυπη σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ των Τζόνι ΝτεπΤζον Ντίλινγκερ, Κρίστιαν Μπέιλ – Μέλβιν Πέρβις. Μεταξύ νομιμότητας και παρανομίας. Το alter ego, δηλαδή, της αμερικανικής κοινωνίας. Πρόκειται για έναν «ερωτικό» χορό θανάτου με μπαλαντέρ τη βραβευμένη με Όσκαρ Μαριόν Κοτιγιάρ για τη ζωή της Εντίτ Πιάφ («Ζωή σαν τριαντάφυλλο»), η οποία όμως δεν αξιοποιείται καθόλου…
Πλεονέκτημα της ταινίας είναι η αναβίωση της εποχής του ΄30 (τα γυρίσματα έγιναν σε τοποθεσίες όπου έλαβαν χώρα τα πραγματικά γεγονότα, Φυλακές Crown Ρoint, κινηματογράφος Βiography, περιοχή Λιτλ Μποχίμια), όπως και το ατελείωτο πιστολίδι. Αλλά μέχρι εδώ… Το μόνο που καταφέρνει ο Μάικλ Μαν είναι να κάνει μια συναρπαστική γκανγκστερική ταινία όπως χιλιάδες άλλες που μας έχει δώσει το Χόλιγουντ. Ούτε, καν, τους δύο πρωταγωνιστικούς χαρακτήρες δεν μπαίνει στον κόπο να αναπτύξει. Και αν τη συγκρίνεις με το γαλλικό «Υπ΄ αριθμόν ένα δημόσιος κίνδυνος», είναι σκάλες κατώτερη. Κρίμα.
Π.ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ-ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
Στη συμπαγή φιλμογραφία του, ο Μάικλ Μαν συχνά γοητεύεται από προσωπικότητες του υποκόσμου, ήρωες με σκοτεινές πλευρές που ζουν και δραστηριοποιούνται σε κόσμους «αντρικούς». Τέτοιες ταινίες, παρά τις διαφορές τους, ήταν ο «Ανθρωποκυνηγός», η «Ενταση», το «Collateral», το «Miami Vice». Τέτοια ταινία, αν και σε διαφορετική εποχή, είναι ο «Δημόσιος κίνδυνος». Εδώ, ο Μαν δεν έχει να κάνει με έναν φανταστικό χαρακτήρα, αλλά με ένα αληθινό πρόσωπο, τον διάσημο ληστή τραπεζών Τζον Ντίλινγκερ (ή Ντίλιντζερ όπως προφέρεται κανονικά).
Ο προβληματισμός για το πόσο πιστή πρέπει να είναι μια ταινία στα αληθινά στοιχεία της βιογραφίας και πόσες κινηματογραφικές ελευθερίες να επιτρέπει, είναι εμφανής στον «Δημόσιο κίνδυνο». Ο Μαν έχει συμπεριλάβει στο σενάριο πάρα πολλά πρόσωπα της εποχής, από γκάνγκστερ, απατεώνες, μέχρι και τον Τζ. Εντγκαρ Χούβερ σε νεαρή ηλικία, πριν γίνει ο φόβος και τρόμος ως αρχηγός των μυστικών υπηρεσιών.
Ολα αυτά τα πρόσωπα και τα στοιχεία της δεκαετίας του ’30, που έχουν ενταχθεί προκειμένου να κάνουν σαφέστερη την αίσθηση της εποχής, τελικά λειτουργούν αρνητικά και ως βάρη στην ταινία. Κόσμος πάει κι έρχεται, πρόσωπα εμφανίζονται και εξαφανίζονται χωρίς να προλάβουν να αφήσουν το στίγμα τους στην ιστορία και τελικά το σενάριο δίνει την εντύπωση ότι δεν μπορεί να εστιάσει ούτε καν στον ίδιο τον κεντρικό χαρακτήρα.
Γιατί ο Ντίλινγκερ ήταν μια ξεχωριστή προσωπικότητα; Ηταν ένας διάσημος ληστής, οι περιπέτειες του οποίου γίνονταν ειδήσεις και είχε φτάσει να έχει τη δημοτικότητα ενός σταρ. Ομως, από τον τρόπο που ο χαρακτήρας του χτίζεται στην ταινία, αυτό δεν γίνεται κατανοητό. Ο Ντίλινγκερ, όπως τον παίζει ο Τζόνι Ντεπ, είναι ένας γοητευτικός ληστής, που έχει στιγμές που μπορεί να φανεί αδίστακτος, αλλά το αδύνατο σημείο του είναι η σχέση του με τη γλυκιά Μπίλι, την οποία υποδύεται η Μαριόν Κοτιγιάρ στον πρώτο ρόλο της μετά το Οσκαρ α΄ ρόλου.
Παραδόξως, σε μια ταινία που το κεντρικό θέμα είναι η ζωή ενός κακοποιού, η καταγραφή της ερωτικής σχέσης του Τζον και της Μπίλι είναι το πιο ενδιαφέρον και συγκινητικό κομμάτι. Αντίθετα, περιφερειακός φαίνεται ο χαρακτήρας του πράκτορα Πέρβις, του διώκτη του Ντίλινγκερ, που παίζει ο Κρίστιαν Μπέιλ, χωρίς να καταφέρνει να κλέψει την παράσταση.
Σε μια γενικά καλοστημένη ταινία, ο Μαν κάνει το λάθος να χρησιμοποιεί για ακόμη μία φορά, όπως συνηθίζει στις τελευταίες του ταινίες, τη high definition ψηφιακή κάμερα. Ομως, εδώ χρειαζόταν περισσότερο η ζεστασιά και η ατμόσφαιρα του φιλμ από την ψυχρότητα και την ωμά άμεση εικόνα των πίξελ. Ετσι, μια παραγωγή που είναι ακριβή, μοιάζει φτηνότερη και με αποτυχημένες αισθητικές επιλογές.
Ρ.ΕΚΣΙΕΛ-ΕΘΝΟΣ
Τον πρωτοβρίσκουμε στις φυλακές του Τζον Ντίλινγκερ, κάπου στα 1933, όταν είναι ήδη διαβόητος ως γκάνγκστερ, και πρόκειται να γίνει ακόμα πιο διαβόητος μετά την παράτολμη απόδρασή του και το ξεκίνημα ενός νέου κύκλου ληστειών τραπεζών που θα αφήσουν πλήρως έκθετους την ομοσπονδιακή αστυνομία και τον μηχανοδηγό της, τον Τζέι Εντγκαρ Χούβερ. Που σημαίνει ότι δεν μένει και πολύς καιρός μέχρι τη φημισμένη εξόντωσή του μπροστά από τον κινηματογράφο Μπάιογκραφ του Σικάγου – χονδρικά δύο χρόνια.
Τα οποία μια χαρά του φθάνουν του φοβερού Μάικλ Μαν, της φήμης της «Εντασης» και του «Τhe insider», για να μας πει ποιος ήταν ο Ντίλιγκερ και, κυρίως, τι αντιπροσωπεύει στη νεότερη μετα – κραχ ιστορία του αμερικανικού έθνους.
Η προσωπικότητα
Δεν είναι βιογραφία του Ντίλινγκερ ακριβώς η ταινία του, ή έστω είναι βιογραφία σε βαθμό επιλεκτικότητας τέτοιο που, 1) να μην επιδέχεται κανενός είδους επεξηγηματικό φλασμπάκ, αλλά να σκιαγραφεί το υποκείμενό του μέσα από ενδεικτικές της προσωπικότητάς του ατάκες και, ακόμα περισσότερο, πράξεις, 2) να κινείται, γι αυτό ακριβώς, διαρκώς προς τα μπροστά, με την ταχύτητα, το σθένος και το θάρρος που αρμόζει στον απόλυτα συμφιλιωμένο με την ιδέα του κινδύνου θανάτου, άρα εξαρχής καταδικασμένου αντι – ήρωά του, και 3) να ανάγεται με επάρκεια, σαφήνεια και πειστικότητα σε θέματα διαχρονικά, και δη τα μόνιμα μοτίβα του Μαν, όπως τα σκιώδη όρια ανάμεσα στο καλό και στο κακό, που αμέσως επιβάλλουν άρση των ηθικών κατηγορημάτων με την παραδοσιακή (θρησκευτική) τους έννοια και εγκατάσταση ενός άλλου κώδικα συνεννόησης που να βασίζεται όχι στην ηθική αλλά στο ήθος – την αποδοχή, την εντιμότητα, τον σεβασμό (στην άλλη μεριά του διπόλου βρίσκεται εδώ ένας πράκτορας του FBI, ο Μέλβιν Πέρβις, το απαραίτητο αντίβαρο, αλλά νομίζουμε αδύναμος σεναριακά ως χαρακτήρας, πράγμα που συνιστά μάλλον και τη μόνη μας αντίρρηση στο φιλμ).
Ολα τα παραπάνω παίρνουν ρυθμό και υπόσταση όχι απλά από τη ρευστότητα του σεναρίου, το υποδειγματικό μοντάζ και το διαπεραστικό βλέμμα του Τζόνι Ντεπ, αλλά και από τη «σκονισμένη» ψηφιακή κινηματογράφηση που φλερτάρει με το ντοκουμέντο και μας «βάζει» θαρρείς στο επίκεντρο των αιματηρών συμπλοκών στα σοκάκια του Σικάγου.
Είναι ο θρίαμβος του τάιμινγκ, δηλαδή της αρμονικής λειτουργίας όλων των κινηματογραφικών κωδίκων, που υπηρετεί επί περίπου 2,5 ώρες, επιχειρηματολογώντας απλά και χωρίς φανφάρες, μια συγκεκριμένη, νομίζουμε, σκηνή, λίγο μετά την αρχή. «Μ αρέσει το μπέιζπολ, το σινεμά, τα ωραία ρούχα, τα γρήγορα αμάξια κι εσύ», λέει ο Ντίλινγκερ στην Μπίλι Φρεσέτ (Μαριόν Κοτιγιάρ), τον μετέπειτα έρωτα της ζωής του. «Τι άλλο θες να ξέρεις;». Τίποτα. Αυτά μας αρκούν για να τον ακολουθήσουμε κι εμείς.











